ΜΑΘΕ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ…

Του π. Ανδρέα Κονάνου

Υπάρχει μια λέξη που ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να την αντέξει. Υπάρχει μια λέξη που κι ο μεγάλος στην ηλικία δυσκολεύεται να τη βιώσει. Αυτή όμως τη λέξη την έχει πολύ αγκαλιάσει ο Θεός μας. Είναι η οικεία πραγματικότητά του. Ποια είναι αυτή η λέξη; Η λέξη «Υπομονή».

Πρέπει να μάθεις να κάνεις υπομονή. Όχι απλώς να λες τη λέξη αυτή στους άλλους, «κάνε υπομονή», ούτε μόνο να τη διαβάζεις σε βιβλία κι ομιλίες, αλλά να ‘ναι κυρίως το προσωπικό σου βίωμα, το χαρακτηριστικό σου. Αξίζει για μερικά πράγματα να περιμένεις. Είναι ανάγκη να περιμένεις. Εργάζεται ο Θεός. Μόνο που έχει τους δικούς του ρυθμούς .Ο Θεός εργάζεται πολύ υπομονετικά. Κι η φύση το ίδιο κάνει. Ένα λουλουδάκι θ’ ανθίσει όταν έρθει η ώρα του. Δες ακόμα την αλλαγή των εποχών. Παρατήρησε επίσης πώς μεγαλώνει το σώμα μας. Όλα αυτά αλλάζουν, αλλά σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς απ’ αυτούς που μας έχει συνηθίσει η τρελή κοινωνία μας. Αυτό το τρέξιμο, αυτός ο πανικός η ταραχή που μας κάνει όλους τόσο πολύ βιαστικούς, αφήνουν τον Θεό αμέτοχο. Ο Θεός δεν μπαίνει σ’ αυτούς τους τρελούς ρυθμούς μας. Κινείται στους ρυθμούς της δικής του αγάπης και της δικής του υπομονής. Ο Κύριος δεν έχει άγχος, ο Κύριος κινείται ήρεμα.

Μάθε το κι εσύ. Όλα να γίνονται ήρεμα. Ηρέμησε και μάθε να περιμένεις και να μη βιάζεσαι. Μάθε στη ζωή σου, να μη θες να μπαίνει ο Θεός στο δικό σου άγχος άλλωστε να αγχώνεις ακόμα και το Θεό αλλά προσπάθησε εσύ να μπαίνεις στο κλίμα του Θεού. Στο κλίμα ακριβώς αυτής της υπομονής, της απαντοχής, της ηρεμίας, ώστε να μοιάζεις εσύ στο Θεό κι όχι αυτός σε σένα. Η προσευχή θα σου χαρίσει αυτό το δώρο. Δεν είναι εύκολο να το νιώσεις. Αν θες, κάνε προσευχή να το καταλάβω κι εγώ αυτό και να το ζήσω. Δεν μπαίνει ο Θεός στον τρελό ρυθμό μας. Κι ευτυχώς. Διότι αυτό που ζούμε εμείς είναι κάτι σπασμωδικό κι αρρωστημένο. Πώς αλλιώς να ονομάσεις αυτό το τρεχαλητό που μας πιάνει.

Ο Κύριος όμως έχει το δικό του ρυθμό. Δεν είναι σαν κι εμάς. Εργάζεται, αλλά όχι όπως θέλουμε εμείς. Εμείς θέλουμε εδώ και τώρα. Κι ο Θεός μας λέει , «Γιατί δεν κοιτάτε να διδαχτείτε απ’ τον εαυτό σας; Γιατί δεν κοιτάτε την κατασκευή σας, τη φύση σας, ώστε να κατανοήσετε πώς σας έχω πλάσει; Δεν καταλαβαίνετε ότι σας έχω δώσει αφορμές να θυμάστε την υπομονή; Πότε έμεινες έγκυος; Πριν μήνες. Και πότε θα γεννήσεις το παιδάκι σου; Μετά από εννέα μήνες. Γιατί; Εφόσον το παιδί σου αυτό υπάρχει μέσα από την ίδια στιγμή της σύλληψης, γιατί δεν γεννιέται την άλλη μέρα; Δε θα μπορούσα Εγώ, ο Θεός να κάνω το παιδί να γεννιέται την άλλη μέρα; Ναι, αλλά σε διδάσκω και μ’ αυτόν τον τρόπο, εσένα που θα γίνεις μάνα, να περιμένεις. Και εσένα που θα γίνεις πατέρας, επίσης. Να περιμένεις κι εσύ». Μαθαίνεις την υπομονή.

Γεννιέται το παιδί σου και θέλεις απότομα να μεγαλώσει και έρχονται επισκέπτες σπίτι και ρωτάς, «Πώς το βλέπετε; Άλλαξε; Μεγάλωσε; Ψήλωσε, ε; Κοιτάξτε πώς έγινε. Τα δάκτυλά του. Κοιτάξτε κάτι ποδαράκια. Πώς μεγάλωσαν τα ποδαράκια του!» και θα ευχόσουν, ει δυνατόν, να ‘χει ένα απότομο αυξητικό τίναγμα, να είναι ένας μεγάλος άνθρωπος γρήγορα. Ο Κύριος με τον τρόπο αυτό σού λέει, «Είδες πώς μεγαλώνει το παιδί σου; Σιγά σιγά, ήρεμα. Θα μεγαλώσει με ήρεμο ρυθμό». Αυτοί είναι οι ρυθμοί του Θεού. Οι ρυθμοί της υπομονής.

Ο Κύριος το ξέρει αυτό πολύ καλά. Γι΄ αυτό κι αναφέρει στην αγία Γραφή ότι σαράντα χρόνια περίμενε τους Ισραηλίτες όταν βγήκαν απ΄ την Αίγυπτο, να πάνε στη γη της επαγγελίας. Βγήκαν κι ούτε ήξεραν κι αυτοί ότι θα κάνουν σαράντα χρόνια. Έλεγαν «Ε, θα φτάσουμε προσεχώς. Αλλά αυτό το «προσεχώς» πόσο να είναι άραγε; Δε νομίζουμε να είναι πάνω από λίγους μήνες. Πόσο θα κρατήσει αυτή η πορεία;». Όμως δεν ήταν απλώς λίγος ο καιρός που βάδιζαν. Ήταν σαράντα ολόκληρα χρόνια. Σαράντα χρόνια έκανε κι ο Κύριος υπομονή μαζί τους. Αν διαβάσετε το Ψαλτήρι, θα το δείτε. Πολύ ωραίο το Ψαλτήρι του Δαυίδ, και λέει πολλά για την υπομονή. Και την υπομονή που κάνει ο Θεός σε μας τους ανθρώπους και την υπομονή που κάνουμε εμείς για το Θεό και τον περιμένουμε. Μου ΄κανε πολλή εντύπωση αυτό που διάβασα σ΄ ένα ψαλμό, ότι οι Ισραηλίτες πολλές φορές στρέφονταν στα είδωλα και «οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν τοῦ θεοῦ». Και ερμηνεύει δίπλα ό,τι, «δεν περίμεναν να δουν τι σχέδιο έχει ο Θεός γι΄ αυτούς». Ήταν ανυπόμονοι. Κάτι ετοίμαζε ο Θεός προκειμένου να τους βοηθήσει, αλλά αυτοί δεν περίμεναν. Γι΄ αυτό κατέφευγαν βιαστικά σ΄ ό,τι εμφανιζόταν μπροστά τους: Είδωλα, ψεύτικοι θεοί, εύκολες λύσεις, αμαρτίες, ασωτίες. Διάλεγαν βιαστικά και προτιμούσαν τα εύκολα. Τα ωραία πράγματα όμως θέλουν υπομονή. Δεν γίνεται αμέσως. Το καλό πράγμα, όντως, αργεί να γίνει. Κι αργεί να έρθει, κι είναι ανάγκη να το περιμένεις. Αν βιάζεσαι, πώς θα το χαρείς; Τους περίμενε ο Θεός σαράντα χρόνια. Για να μαλακώσουν και να ταπεινωθούν. Τους περίμενε με υπομονή, ώστε να λατρέψουν αυτόν κι όχι τα είδωλα.

Περίμενε ο Κύριος και για τη σάρκωσή του στον κόσμο. Μου ΄κανε πολλή εντύπωση αυτό που λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι ο Κύριος δεν σαρκώθηκε απλώς για να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας, αλλά κυρίως για να μας δείξει πόσο πολύ μας αγαπά. Από αγάπη σαρκώθηκε. Τις αμαρτίες μπορούσε να τις συγχωρέσει και έτσι όπως ήταν, στο χώρο της θεότητος. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Μπορεί να συγχωρέσει μ΄ ένα του λόγο, με μία του θέληση. Ποιος αντιστέκεται στη βουλή του Κυρίου; Το πρόβλημα δεν ήταν αυτό. Αλλά θέλησε λέει, ο άγιος Ισαάκ, τόσο πολύ να ταυτιστεί μαζί μας ο Θεός και γι΄ αυτό ενσαρκώθηκε. Από αγάπη απέραντη ήθελε να ενωθεί μαζί μας για να μας νιώσει, όπως ακριβώς είμαστε, στα μέτρα που είμαστε. Είμαι άνθρωπος. Έγινε λοιπόν κι αυτός άνθρωπος.

Αυτή την αβυθομετρητή αγάπη του που τον έκανε να γίνει άνθρωπος, την κρατούσε με υπομονή πόσους αιώνες! Από τότε που έπλασε τον άνθρωπο περίμενε με υπομονή την κατάλληλη στιγμή να σαρκωθεί. Και έκανε υπομονή ο ίδιος ο Θεός. Και όταν γεννήθηκε ο Κύριος, πάλι έκανε υπομονή. Περίμενε με σιωπή. Κι ενώ μπορούσε από δώδεκα ετών να μιλήσει εντυπωσιακά και να καταπλήξει, έκανε υπομονή τριάντα χρόνια ώστε να παρουσιαστεί στη συναγωγή και να βγει από την αφάνεια στη δημόσια δράση, και να αναπτύξει το έργο του, να μιλήσει, να θαυματουργήσει.

Μάθε να κάνεις υπομονή. Αυτό λέμε σήμερα. Υπομονή, όπως μας υπομένει ο Κύριος. Όπως ήξερε να περιμένει ο Κύριος την κατάλληλη στιγμή. Αν δεν κάνεις υπομονή και βιάζεσαι, θα κάνεις λάθος κινήσεις. Σίγουρα κάποιες φορές το ‘χεις ζήσει αυτό. Ο βιαστικός άνθρωπος δεν κινείται σωστά. Κάνει πολλά λάθη διότι δεν σκέφτεται καθαρά. Και πρέπει να κάνει πάλι το μάθημα της υπομονής. Από την αρχή.

Πρέπει να περιμένεις. Όπως περίμενε ο Κύριος.

Περίμενε ο Κύριος και τον Ιούδα. Τρία χρόνια υπομονή. Όλους τους αγίους Αποστόλους τούς περίμενε ο Χριστός, αλλά ιδιαιτέρως τον Ιούδα. Τρία χρόνια τον περίμενε να αλλάξει, να μετανιώσει. Του ‘δινε ευκαιρίες, μία, δύο, τρεις, άπειρες, δεν ξέρουμε πόσες ευκαιρίες τού έδωσε. Σίγουρα πολλές. Ώσπου ο Κύριος είδε ότι η υπομονή αυτή δεν μπόρεσε να αλλάξει τον Ιούδα. Ο Ιούδας ένα βράδυ πήγε με αναμμένα φανάρια και ρόπαλα, με τη ρωμαϊκή φρουρά, για να συλλάβουν τον Κύριο. Ο Κύριος όμως τον περίμενε. Τον περίμενε να τον ασπαστεί με αγάπη, κι όχι να δεχτεί προδοτικό φίλημα. Λένε μάλιστα πως όταν ο Κύριος σταυρώθηκε, αν πήγαινε ο Ιούδας στο Σταυρό του Χριστού, αυτό θα του ‘λεγε πάλι ο Κύριος: «Ήρθες; Σε περίμενα». Και θα του ‘λέγε ο Ιούδας «Μα εγώ, Κύριε, σε πρόδωσα. Εγώ σε αρνήθηκα. Εγώ τους έφερα σε σένα να σε σταυρώσουν. Εγώ είμαι η αιτία που οδηγήθηκες στο Σταυρό, που σε βρήκαν, που συνέλαβαν».

Κι ο Κύριος θα του ‘λεγε, «Εγώ, Ιούδα, ακόμα σ’ αγαπώ και σε περίμενα, με υπομονή. Και τώρα ακόμα, αφού μετανιώνεις, σε συγχωρώ». Και θα του ‘δινε κουράγιο. Δε θα του ‘κλεβε ποτέ την ελπίδα. Δε θα τον έκανε ποτέ να χάσει την πίστη στη δύναμη της μετάνοιας. Αλλά ο Ιούδας δεν πήγε στο Σταυρό. Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είχε υπομονή. Γεννήθηκε μέσα του μόνο η μεταμέλεια, αλλά για να ‘ρθει κι η μετάνοια έπρεπε να ‘χει υπομονή. Αλλά δεν είχε. Τον έπιασε πανικός, λειτούργησε ο εγωισμός του, αγχώθηκε η ψυχή του, δεν ήλπισε στο Θεό, δεν πίστεψε στη δύναμη της μετάνοιας και της αγάπης του Χριστού. Κι απελπισμένος, ανυπόμονος, χωρίς να περιμένει τη χάρη του Θεού να τον αλλάξει, πήγε κι έβαλε τέρμα στη ζωή του. Και σ΄αυτή τη ζωή και στην άλλη. Την έχασε και την άλλη κι αυτή.

Είναι ανάγκη να περιμένεις. Ο σπόρος που φυτεύεις ν΄ ανθίσει, θέλει χρόνο να καρπίσει. Φυτεύεις σπόρους. Είσαι μάνα. Είσαι πατέρας. Είσαι φοιτητής και φοιτήτρια. Είσαι μαθητής και μαθήτρια. Είσαι γέροντας, γερόντισσα. Ό,τι και αν είσαι, σπέρνεις. Διαρκώς σπέρνεις σπόρους. Να έχεις τη βεβαιότητα ότι ο σπόρος σου θ΄ ανθίσει. Αυτά που λες θα πιάσουν τόπο. Αλλά για να γίνει αυτή η ανθοφορία και καρποφορία, θέλει να περιμένεις. Δε θα γίνει τώρα αμέσως. Αυτό που λες στο παιδί σου σήμερα, δεν πάει χαμένο. Μα δε θα δεις το θαύμα μετά από πέντε λεπτά. Δεν αποκλείεται βέβαι κι αυτό. Μπορεί να επιτρέψει ο Κύριος να δεις μια αλλοίωση γρήγορη κι απότομη, ταυτόχρονη με τα λόγια σου. Αλλά, κατά κανόνα, ο Κύριος -για να μας έχει όλους στην ταπείνωση και την αγάπη, για να μας μάθει να ελπίζουμε στη δική του επέμβαση και προστασία και βοήθεια- μας λέει, «Περίμενε. Είπες την καλή κουβέντα; Περίμενε. Λες σήμερα κάτι καλό στο παιδί σου; Να είσαι βέβαιος, δεν πάει χαμένο. Θα το δεις».

Μαθαίνεις στο παιδί σου τρόπος αληθινής ζωής με το βίωμά σου, με το παράδειγμά σου; Αυτή τη στιγμή σπέρνεις, ρίχνεις σπόρους στην καρδούλα του παιδιού. Πρέπει να περιμένεις, όμως. Θα πιάσει τόπο ο σπόρος. Σε βλέπουν τα παιδιά που μελετάς την αγία Γραφή, βιβλία χριστιανικά, λογοτεχνία κι άλλα βιβλία χρήσιμα. Εκείνη την ώρα ξέρεις τι κάνεις; Σπέρνεις κάτι δυνατό μες στην ψυχούλα τους, τους μιλάς, τους δίνεις ένα μήνυμα. Σε βλέπει το παιδί να μπαίνεις στο δωμάτιό σου, να γονατίζεις και να κάνεις λίγη προσευχή. Σε βλέπει το παιδί σου μέσα στον πανικό ενός οικογενειακού προβλήματος να ‘σαι ήρεμος. Κοιτάει το πρόσωπό σου μες στην καταιγίδα και βλέπει ότι έχεις ειρήνη, ενώ γύρω σου όλοι μιλάνε για πόλεμο. Και λέει, «Κοίταξε. Ο πατέρας μου, ενώ τώρα γίνεται πανικός και στο σπίτι έχουμε προβλήματα, κοίταξέ τον. Είναι ψύχραιμος. Είναι ήρεμος. Κυβερνά την κατάσταση. Η μητέρα μου, κοίτα πόσο ψύχραιμα αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες της ζωής. Έχει γαλήνη στην καρδιά της. Δε θυμώνει, δε φωνάζει, δε μισεί, δεν αντιδρά, δεν αντιπαθεί». Μ’ όλ’ αυτά που κάνεις, ξέρεις τι κάνεις; Φυτεύεις σπόρους γύρω σου. Σπόρους ζωής κι αλήθειας, με τεράστια δύναμη. Και μετά ξέρεις τι κάνεις; Εσύ πας και κοιμάσαι, ξυπνάς, πας στη δουλειά σου, κάνεις τις υπόλοιπες εργασίες σου. Κι ο σπόρος αυτός δουλεύει στην καρδούλα του παιδιού σου. Χθες το βράδυ σε είδε το παιδί να ‘σαι ήρεμη στο πρόβλημα που έχετε στο σπίτι, και την άλλη μέρα πας για δουλειά κανονικά. Κι όμως, αυτή η εικόνα που μπήκε στην καρδούλα του παιδιού, δουλεύει. Το σποράκι που πέφτει στη γη, έχει την ίδια πορεία. Πάει το νεράκι μετά, και το χαϊδεύει το σπόρο. Κι όταν χαϊδεύει, αρχίζει και ξυπνάει ο σπόρος. Και μετά φουσκώνει, μετά σκάει ο σπόρος κι έρχεται η ώρα του, μετά από μέρες και μήνες -όταν έρθει η ώρα- και βγάζει πρασινάδα. Αρχίζει να μεγαλώνει κι αρχίζει μετά να φαίνεται αυτό που εδώ και πολύ καιρό ήδη γινόταν. Μια αύξηση και μια καρποφορία, που δε φαινόταν. Αλλά υπήρχε μυστικά και γινόταν.

Το λέει πολύ ωραία αυτό ο άγιος Χρυσόστομος. Λέει ότι το χειμώνα, όταν το χιόνι σκεπάζει τη γη, κάτω απ΄αυτό το σιωπηλό, άσπρο σεντόνι, κρύβεται μια ολόκληρη ζωή. Εσύ δε βλέπεις τίποτα. Λες «Νεκρή φύση». Τα κλαδιά ξερά, στεγνά. Η φύση νεκρωμένη. Δε βλέπεις πρασινάδα. Άσπρο το σεντόνι της γης με το χιόνι. Κι όμως από κάτω ξέρεις τι γίνεται; Μια ολόκληρη ζωή ετοιμάζεται. Ετοιμάζονται αυτοί οι σπόροι που την άνοιξη θα δώσουν τη ζωή και θα κάνουν αυτό το χωράφι που τώρα είναι νεκρωμένο χωρίς ίχνος ζωής -δε φαίνεται πουθενά ζωή- ν’ ανθίσει και να πρασινίσει. Τι πρέπει να κάνει ο γεωργός; Υπομονή. Να περιμένει. Αξίζει όμως τον κόπο.

Είναι ανάγκη να περιμένεις. Να μην βιάζεσαι στη ζωή και θα δεις αποτελέσματα. Και να μην απογοητεύεσαι. Μην αφήσεις την απογοήτευση να τσακίσει την καρδιά σου. Διότι με την απογοήτευση, αρρωσταίνεις. Δε σε βοηθάει.

Να περιμένεις αγαπητέ μου αδελφέ, να περιμένεις να γυρίσει. Ξέρεις πού αναφέρομαι γιατί εσύ μου το ‘πες: «Περιμένω και ακόμα δε βλέπω τίποτα. Περιμένω το παιδί μου, πάτερ, να γυρίσει». Που ‘ναι το παιδί σου; Μου το ‘γραψες. Πόσες σελίδες είχες γράψει. Πέντε-έξι σελίδες. Όχι, δεν με κουράζεις. Τα διαβάζω όταν μπορώ και έχω άνεση αυτά τα γράμματα. Τα διαβάζω μπροστά στις εικόνες και στον Κύριο. Έξι σελίδες μες στον πόνο, μες στην πίκρα και τη θλίψη. Είσαι μάνα, είσαι πατέρας και το λες: «Το παιδί μου έχει μπλέξει κι έχει φύγει. Έχει μπλέξει με παραθρησκευτικές ομάδες, με αιρέσεις, με βουδισμούς, με χαλάρωση, αυτοσυγκέντρωση, διαλογισμούς και τέτοια και τι θα κάνω; Του μιλάω και δεν καταλαβαίνει». Κι εσύ μου ‘πες ότι έχει φύγει η γυναίκα σου. Είναι φοβερό αυτό που σου συμβαίνει. «Και περιμένω, πάτερ. Δεν απογοητεύομαι. Περιμένω να γυρίσει. Δεν ξέρω τι κάνει, δεν ξέρω που ‘χει μπλέξει, δεν ξέρω με ποιον είναι, με ποιους έχει σχέσεις τώρα. Τι να πω δεν ξέρω. Περιμένω. Κάνω υπομονή».

«Ὑπομένων, ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου». Με υπομονή έκανα υπομονή. Περιμένω τον Κύριο. Θέλει υπομονή για να κάνεις υπομονή. Παράδοξο σχήμα έτσι όπως είναι γραμμένο κι ακούγεται: Με υπομονή κάνω υπομονή. Να περιμένεις τον άνθρωπό σου, το σύζυγό σου που ‘χει φύγει, το παιδί σου που αντιδρά και φεύγει. Όλα αυτά θέλουν υπομονή. Σήμερα κάνει επανάσταση, ναι. Διαμαρτύρεται κι αντιμιλά. Και τι σου λέει ο πνευματικός σου; Τι να σου πει. Πας και λες «Πάτερ, βρείτε μια λύση». Ε, τι λύση να σου πει ο άνθρωπος. Τι θες να σου πει, δηλαδή. «Να κάνεις προσευχή και υπομονή». «Και πότε, πάτερ, θ’ αλλάξει το παιδί μου;» «Δεν ξέρω το πότε. Εσύ όμως θα περιμένεις» «Μα, πάτερ, δε μου δίνει σημασία. Του μιλάω και με προσβάλει. Του μιλάω και με βρίζει. Πώς θα κάνω υπομονή; Πώς θα το αντέξω αυτό; Πώς θα το αντέξω; Μα μέχρι χθες, μέχρι χθες, το παιδί μου αυτό μ’ είχε πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και τώρα δε θέλει να με ρωτάει, δε θέλει τίποτα» «Και ξέρετε τι θυμάμαι;» μου ‘πε μια μάνα. «Θυμάμαι, πάτερ, όταν το παιδάκι μου ήτανε μικρό και έπρεπε να πάω να δω ένα θέατρο μια φορά με το σύζυγό μου, να δούμε ένα ωραίο έργο. Κι έπρεπε να το αφήσουμε το παιδάκι μας στην αδερφή μου να το κρατήσει για ένα βράδυ. Και δεν ήθελε τότε ο μικρός μου να μ’ αποχωριστεί. Δεν ήθελε να πάει, δεν μπορούσε ν’ αντέξει, δεν καθόταν χωρίς εμένα. Και αυτό το παιδάκι που δεν μπορούσε χωρίς εμένα, τώρα εμένα δε με θέλει. Θέλει όλους τους άλλους, τους φίλους, τους γνωστούς του, και δε θέλει εμένα. Που, κάποτε, δεν μπορούσε χωρίς εμένα. Προτιμά να λείπει από κοντά μας, απ’ το σπίτι για ώρες και για μέρες. Η χαρά του είναι να λείπει, να φεύγει, να πηγαίνει αλλού.

Και εγώ, πάτερ, πώς θ’ αντέξω; Πώς θα κάνω υπομονή να γυρίσει πίσω το παιδί μου; Περιμένω ν’ ακούσω το κλειδί στην πόρτα το βράδυ, να ‘ρθει, να ησυχάσω, να μπορέσω να κοιμηθώ. Και λέω «άντε να γυρίσει. Άντε να γυρίσει». Κοιτάω το ρολόι και πάει εντεκάμισι, πάει δώδεκα, πάει δωδεκάμισι, πάει δυόμισι, πάει τρεις. Και μια φορά γύρισε τεσσερισήμισι το πρωί. Κι εγώ περίμενα, περίμενα, περίμενα. Υπομονή ατελείωτη. Τι θα κάνω; Τι να κάνω; Δε μπορώ άλλο» «Τι να κάνεις; Να περιμένεις» «Πώς να περιμένω;» «Με πίστη. Μόνο με πίστη». Αν πιστεύεις στο Χριστό, θα περιμένεις. Αν δεν πιστεύεις στο Χριστό, δεν μπορεί να περιμένεις. Γιατί μόνο ο άνθρωπος που ελπίζει στη θεϊκή επέμβαση και βοήθεια, περιμένει. Ο άλλος κινείται ανθρώπινα και λέει «Θα κάνω τις δικές μου κινήσεις. Εγώ θα αναλάβω». Εσύ όμως, που τα δοκίμασες όλα τα δικά σου κι απογοητεύτηκες, και μετά από τόσα λάθη που έκανες, τώρα λες, «Μπα, δε βγαίνει τίποτα. Τα δικά μου τα δοκίμασα όλα. Έτρεξα, φώναξα, χτύπησα, έβρισα, μίλησα απότομα, το ‘πιασα απ’ το γιακά, το χαστούκισα, το κλείδωσα, έκανα πολλά. Και ξέρεις τι πέτυχα απ’ όλ’ αυτά; Απελπίστηκα. Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου. Απελπίστηκα απ’ τις παιδαγωγικές μου, απ’ τις τεχνικές μου, απ’ τις τακτικές μου, απελπίστηκα απ’ τα λόγια μου. Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου. Τι να κάνω;»

Και ξέρεις τι έχω να σου πω αν απελπίστηκες; Είσαι μακάριος. Διότι πέτυχες κάτι που άλλοι θ’ αργήσουν πολύ να καταλάβουν. Ποιο; Ότι ο άνθρωπος μόνος του είναι μια απελπισία σκέτη. Είναι προνόμιο να έχεις απελπιστεί ως γονέας. Πρόσεξε τι θα πω, να το εξηγήσω: όταν απελπιστείς απ’ τον εαυτό σου, είναι η πιο γόνιμη και πιο κατάλληλη στιγμή να ελπίζει στο Θεό σου. Είναι ωραίο να απελπίζεσαι απ’ τον εαυτό σου. Τότε στρέφεσαι στο Θεό.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης θεωρεί ότι για να αγαπήσεις το Χριστό και να στηριχθείς στο Θεό και να πιστέψεις σ’ αυτόν, απαραίτητη και βασική προϋπόθεση είναι να απελπιστείς πρώτα απ’ τον εαυτό σου. Τι θα πει αυτό; Να πεις «Εγώ δε μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου, ούτε μπορώ να βοηθήσω τον άλλον μόνος μου. Δε μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου εγώ μόνος μου. Έχω απελπιστεί». Και τι να κάνω μετά; Να αρχίζει να ελπίζεις. Πού. Στο Χριστό.

Να ελπίζεις στο Χριστό. Όχι στον εαυτό σου. Τον εαυτό σου τον πίστευες τόσα χρόνια και τίποτε σωστό δεν κατάφερες. Στον εαυτό σου στηριζόσουν τόσο καιρό και τα ‘κανες θάλασσα. Στις δικές σου δυνάμεις πάταγες και απέτυχες παταγωδώς. Κι ευτυχώς το κατάλαβες. Ήρθε τώρα η ώρα να πιστέψεις στο Χριστό. Ήρθε η ώρα να πιστέψεις στη δική του δύναμη. «Μα» λέει «εγώ πιστεύω στο Χριστό». Ναι, λες ότι πιστεύεις, θεωρητικά, αλλά τόσα χρόνια τι έκανες; Τον έβαζες στην άκρη το Χριστό. «Μα πώς τον έβαζα στην άκρη;». Στην πράξη τον έβαζες στην άκρη. Θεωρητικά τον πίστευες, αλλά τι ήθελες; Ήθελες μόνος σου να τα βγάλεις πέρα σε όλα τα θέματα της ζωής. Εσύ να φωνάξεις, εσύ να τιμωρήσεις το παιδί. Εσύ να το ελέγξεις. Εσύ να το ανακρίνεις. Εσύ να κρατάς όλα τα θέματα στα χέρια σου. Νόμιζες ότι κυβερνάς τα πάντα: τη γυναίκα σου, το παιδί σου, τον άντρα σου, τη δουλειά σου. Κι είχες έναν εγωισμό τεράστιο. Κι αυτός ο εγωισμός δε σου χάρισε την υπομονή. Τώρα όμως ήρθε η ώρα ν’ αφήσεις όλα τα θέματα στα χέρια του Χριστού. Όχι στα δικά σου χέρια. Γιατί τα δικά σου χέρια κρατούν μέσα τους όλη την οργή κι όλο το θυμό, και όλο το πέλαγος του εγωισμού. Ενώ, κοίτα τα χέρια του Χριστού πόσο διαφορετικά είναι απ’ τα δικά σου χέρια. Τα χέρια του Χριστού είναι τρύπια και ματωμένα. Είναι τρυπημένα απ’ τα καρφιά που του βάλαμε. Κι επειδή ακριβώς τα χέρια του Χριστού είναι τρύπια, αφήνουν να γλιστρήσει από μέσα τους κάθε κακία, ρουφάνε κάθε αμαρτία, κάθε πάθος και στεναχώρια, γιατί ο Χριστός είναι ο «αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοὺ κόσμου». Αυτά τα χέρια αφήνουν το παιδί σου ν’ ανασάνει. Και αν το παιδί σου δει μέσα απ’ αυτά τα τρυπημένα χέρια, θα δει μόνο αγάπη, αγάπη, αγάπη. Και σεβασμό. Το κατάλαβες; Τώρα που το κατάλαβες, περίμενε. Περίμενε και θα δεις το θαύμα. Κάνε υπομονή. Τώρα που, μετά από τόση υπομονή, κατάλαβες κι έπιασες το νόημα της υπομονής, της αντοχής, της ταπείνωσης, περίμενε. Όλ’ αυτά -υπομονή, αντοχή, ταπείνωση- πάνε μαζί. Διότι για να περιμένεις πρέπει να ‘χεις ταπείνωση. Ο εγωιστής δεν αντέχει να περιμένει. Ενώ ο ταπεινός περιμένει και λέει «Ξέρει ο Θεός. Έχει ο Θεός τους δικούς του τους ρυθμούς. Το παιδί μου θα αλλάξει όχι όποτε θέλω εγώ, αλλά όποτε θέλει το ίδιο κι όποτε θέλει ο Θεός. Τότε θ’ αλλάξει το παιδί μου»…

…Είδες τι μου ‘πες; «Θέλω ν’ αλλάξει το παιδί μου. Να το δω, κι ας πεθάνω». Δεν ξέρω αν θα το δεις αλλαγμένο πριν πεθάνεις. Μπορεί να το δεις αφού πεθάνεις. Μπορεί ο Θεός να θέλει να κάνεις τόση υπομονή, που να μην προλάβεις να το δεις αλλαγμένο όπως το θες εσύ. Αλλά θα το δει ο Κύριος και θα το δεις κι εσύ από κει που θα ‘σαι, στην αιώνια ζωή. Θέλει όμως πολλή υπομονή. Να περιμένεις την απάντηση στην προσευχή που μόλις χθες έκανες. Έκανες χθες προσευχή; Θα περιμένεις. Πότε; Μην ανησυχείς. Όταν το βέλος της προσευχής σου φτάσει την καρδιά τού Θεού και την τρυπήσει και τη ματώσει από αγάπη, τότε θα δεις το αποτέλεσμα. Πότε έριξες το βέλος τής προσευχής; Χτες; Τότε περίμενε. Ταξιδεύει. Καμιά προσευχή δεν πάει χαμένη. Καμία προσευχή δεν μένει αναπάντητη. Θέλει όμως υπομονή. Να περιμένεις.

Περιμένουν μερικοί να δουν αποτέλεσμα την ίδια ώρα. Κάνεις προσευχή τώρα, θέλεις αύριο να δεις αποτέλεσμα. Μπορεί να γίνει κι αυτό. Αλλά όταν πιάσεις το κομποσκοίνι στο χέρι σου μην περιμένεις κι αμέσως τους καρπούς. Πολλοί πάνε στο άγιο Όρος μ’ ένα κομποσκοίνι στο χέρι και θέλουν να δουν το Θεό με μια αγρυπνία που θα κάνουν. Θέλουν να δουν το άκτιστο φως με μιας νύχτας προσευχή. Δεν γίνεται έτσι. Θέλει πολλή υπομονή, θέλει πολλή απαντοχή και να λες «Κύριε, όποτε θες εσύ. Εγώ θα περιμένω. Ὑπομένων, ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου». Με πρόσεξε ο Κύριος, με κοίταξε, με άκουσε, αλλά πρώτα πρέπει να περιμένω. Είναι ωραία να περιμένεις το Θεό και να κάνεις υπομονή στα θέματα αυτά τα θεϊκά.

Ο άγιος Αμμωνάς ξέρεις πόσο καιρό περίμενε να απαλλαγεί από το θυμό; Κάθε μέρα το ζήταγε απ’ το Θεό. Και ξέρεις πόσο περίμενε; Οκτώ χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθούσε να θυμώνει, και πάλευε, και ξανά και ξανά, και προσευχή, και πάλι υπομονή και πάλι υπομονή. Και τον όγδοο χρόνο ήρθε ο Κύριος και τον απάλλαξε. Για σκέψου να ‘χε απελπιστεί τον έβδομο χρόνο και να ‘λεγε «Ε, δε συνεχίζω. Δε πάει άλλο αυτή η ιστορία. Ένα, δύο, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά χρόνια υπομονή. Ε, δε βγαίνει τίποτα». Κι όμως. Έκανε υπομονή ακόμα ένα χρόνο, έφτασε τα οκτώ και ήρθε η απαλλαγή και η λύτρωσή του. Και μετά η καρδιά του έγινε τόσο ήρεμη που δεν ξαναθύμωσε ποτέ στη ζωή του. Εσύ θυμώνεις; Θυμώνεις. Κι εγώ θυμώνω λίγο. Όχι πάρα πολύ, αλλά θυμώνω κι εγώ. Λοιπόν θέλεις να ζήσεις κι εσύ αυτό το θαύμα; Τότε ξεκίνα από σήμερα να κάνεις προσευχή με υπομονή. Ζήτα απ’ το Θεό να σου πάρει το θυμό. Ζήτα το σε κάθε θεία Λειτουργία.

Και μη μου λες «Τι να πάω να κάνω στην Εκκλησία». Ε, να. Αυτό να κάνεις. Αν θυμώνεις να πηγαίνεις κάθε Κυριακή να παρακαλάς το Θεό να σου πάρει το θυμό. Και μόνο γι’ αυτό να πηγαίνεις Εκκλησία, έχεις σοβαρό λόγο να πηγαίνεις στο Ναό του Θεού. Και να λες «Κύριε, χάρισέ μου την πραότητα, την ηρεμία, να μην αρπάζομαι, να μη με βλέπουν τα παιδιά μου και τρέμουν, να μη με βλέπει η γυναίκα μου στο σπίτι και τη στεναχωρώ και δημιουργώ αυτό το κλίμα το βαρύ με τις φωνές, με το θυμό και τα νεύρα μου. Κύριε, πάρε μου το θυμό». Το ξέρω ότι το ζήτησες. Πόσες φορές; «Ε, πόσες φορές να το ζητήσω;». Πολλές. Οκτώ χρόνια ο άγιος Αμμωνάς. Εσύ πόσο καιρό το ζήτησες. Για πόσο καιρό είπες στον Κύριο «Απάλλαξέ με, Κύριε, απ’ αυτό το πάθος». Απ’ το θυμό, την οργή, την ασωτεία, η μέθη, το κάπνισμα, την κλοπή, το ψέμα, την περιέργεια. Ό,τι έχεις, ζήτα το απ’ το Θεό και μετά κάνε υπομονή. Και ξέρεις γιατί να κάνεις υπομονή κι εσύ όπως έκανε ο άγιος Αμμωνάς και κάθε άγιος; Διότι Αυτός τον Οποίο υπομένεις και καρτεράς, δεν είναι ένας τυχαίος αλλά είναι ο άγιος Θεός, που δεν είπε ποτέ ψέματα, αλλά μένει πιστός στις υποσχέσεις και την αγάπη του. Και θα ‘ρθει ο Θεός κάποια στιγμή και θα σε βοηθήσει και θα γίνεις κι εσύ ήρεμος σαν πρόβατο και δε θα ξαναθυμώσεις ποτέ και δε θα ξαναπιείς ποτέ, δε θα ξανακαπνίσεις ποτέ, θα απαλλαγείς απ’ τα πάθη σου και θα γίνεις καινούριος άνθρωπος. Θέλει υπομονή και προσευχή. Να περιμένεις ν’ αλλάξει κι ο σύντροφός σου προς το καλύτερο. Μη βιάζεσαι. Μη θες να γίνουν απότοσμα σήμερα όλα καλύτερα. Τα λάθη που έχει η γυναίκα σου δε τα φορτώθηκε όλα σε ένα μήνα. Είναι λάθη μιας ζωής. Είναι χαρακτήρας που χαράκτηκε, γι’ αυτό λέγεται χαρακτήρας. Ο Χαρακτήρας έχει χαραχτεί μέσα μας απ’ τα παιδικά μας χρόνια. Δε μπορούμε σε μια στιγμή να τα αλλάξουμε αυτά. Μερικά ζευγάρια δίνουν διορία ο ένας στον άλλον, «Αν δεν τα ‘χουμε βρει σ’ ένα χρόνο, θα χωρίσουμε». Μα κάτσε, βρε παιδί μου. Πώς θα χωρίσεις. Περίμενε, κάνε υπομονή. «Τι υπομονή, πάτερ;». Μα χαρακτήρας είναι αυτός. Αλλάζει έτσι εύκολα; Περίμενε.

Θυμάμαι κάποιον που έκανε δίαιτα. Και του έλεγε ο γιατρός ότι τα βαθύτερα στρώματα λίπους χάνονται πολύ πιο δύσκολα. Τα τελευταία κιλά, αν κάνεις δίαιτα, τα χάνεις πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι χάνεις τα πρώτα. Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτό το στρώμα λίπους υπάρχει μέσα μας εδώ και πολλές δεκαετίες. Και με τη δίαιτα κάνουμε αυτό ακριβώς: γυρνάμε πίσω και πάμε να κάψουμε παλιά στρώματα λίπους. Ας πούμε, είναι κάποιος σήμερα ενενήντα κιλά και θέλει να φτάσει τα ογδόντα. Ογδόντα κιλά, όμως, ήτανε πριν από αρκετά χρόνια. Έχει περάσει καιρός από τότε που ήταν για τελευταία φορά ογδόντα κιλά. Πήρε βάρος, πήγε ενενηνταένα, πήγε ενενηνταπέντε, ανέβηκαν τα κιλά του. Για να φτάσει ξανά στα ογδόντα κιλά, πρέπει να σκάψει μέσα του αυτό το λίπος και να φτάσει πίσω, πίσω. Και να φτάνει σε κείνη την παλιά χρονιά που ήταν ογδόντα κιλά. Κι είναι δύσκολο να φύγει αυτό το λίπος.

Έτσι και με την ψυχή μας. Έχει πιάσει λίπος. Τα πάθη έχουν δημιουργήσει μια επίστρωση μέσα μας που δε φεύγει εύκολα.

Πρέπει να κάνεις υπομονή για τον άνθρωπό σου. Να κάνεις χώρο στην καρδιά του άλλου, να τον αφήσεις να σκεφτεί, να αποφασίσει, ακόμα και να φύγει για λίγο αν θέλει, τροπικά. Ή και τοπικά, αν δεν αντέχει αλλιώς. Ναι, άσε να φύγει. Να πάει να κάτσει λίγο στη μάνα της, στον πατέρα της ή να φύγεις κι εσύ, να πας κάπου για λίγο μόνος. Να σκεφτείς, να ηρεμήσεις, να πάρεις το χρόνο σου. Δεν μπορεί να απαιτείς την αγάπη του άλλου και να λες «Θα μου φερθείς καλά, θα με σέβεσαι». Αυτά δε γίνονται με καταπίεση. Αυτά γίνονται μόνο με ελευθερία. Γι’ αυτό, δώσε στον άνθρωπό σου χρόνο, χώρο, υπομονή.

Μου το’ πες και συγκινήθηκα, «Πάτερ, μ’ άφησε η κοπέλα που αγαπώ και ήμασταν αρραβωνιασμένοι τόσα χρόνια. Κι εγώ τι να ‘κανα; Την ήθελα πολύ. Αλλά ήξερα ότι η αγάπη δεν απαιτείται. Δεν μπορεί να απαιτήσω την αγάπη, να πω σε κάποια «αγάπα με με το ζόρι, επειδή εγώ το θέλω». Και ξέρετε τι έκανα; Την άφησα να φύγει. Και τώρα κάθομαι και περιμένω. Υπομένω αγαπώντας. Υπομένω πονώντας. Υπομένω προσευχόμενος».

Η πιο σωστή αντίδραση. Και θα το δεις, θ’ αλλάξει ο άλλος. Αν θέλει ο Θεός κι αν η αγάπη που βγάζεις από μέσα σου είναι αληθινή, κι αν η υπομονή σου είναι αγαπητική, τότε θα δεις ότι ο άνθρωπος που φεύγει από κοντά σου, (η γυναίκα σου, το παιδί σου, ο συζυγός σου), πουθενά αλλού δε θα βρει τέτοια γλυκιά αγάπη σαν τη δική σου. Και θα ξαναγυρίσει πίσω. Θα πάει όπου θέλει, μπορεί να δοκιμάσει διάφορα άλλα, αλλά δε θα βρει τέτοια ζεστασιά ούτε τέτοια ποιότητα αγάπης. Θα βρει υποκατάστατα, ψεύτικα λόγια, συμφεροντολογικές και περιστασιακές αγάπες, και θα γυρίσει πάλι σε σένα. Αρκεί όταν γυρίσει να σε βρει να περιμένεις. Θα περιμένεις;

Τι ωραίο πράγμα, που όταν γύρισε ο Οδυσσέας βρήκε μια Πηνελόπη να τον περιμένει! Τι συγκίνηση! Σκεφτείτε ο Οδυσσέας να είχε βρει την Πηνελόπη του παντρεμένη με κάποιον από τους μνηστήρες που εποφθαλμιούσαν και περίμεναν την ευκαιρία να την πάρουν για σύζυγό τους. Η Πηνελόπη περίμενε, αλλά και ο Οδυσσέας περίμενε. Έκανε υπομονή σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Και ανταμείφθηκε η υπομονή του, η αγάπη του. Γιατί ήταν ακριβώς αυτό: υπομονή γεμάτη αγάπη.

Κι ο άσωτος γιος γύρισε. Ο πατέρας του τον περίμενε. Έκανε υπομονή. Τον κοίταζε απ’ το παράθυρο να ‘ρθει και τα μάτια του έβγαζαν αγάπη και νοσταλγία, και καλοσύνη, κι υπομονή τεράστια. Και είδε το θαύμα.

Είναι δύσκολο, αδελφέ μου, να κάνουμε υπομονή. Η εποχή μας είναι βιαστική κι όλοι μάς λένε «Τώρα. Εδώ και τώρα». Κέντρα δίαιτας, εκμάθηση ξένων γλωσσών, ταχύρυθμα τμήματα εδώ και εκεί, όλα μάς υπόσχονται γρήγορα αποτελέσματα. Όλες οι συσκευές της κουζίνας είναι γρήγορες, σε δυο λεπτά. Φούρνος μικροκυμάτων. Ένα λεπτό, και το φαγητό είναι έτοιμο. Οτιδήποτε κάνουμε στη ζωή μας έχει ταχύτητα. Όλα είναι γρήγορα και βιαστικά. Κι έρχεται ο Θεός και μας λέει «Ξέρεις κάτι; Όλα αυτά καλά κάνεις και τα κάνεις γρήγορα. Σου κάνουν τη ζωή εύκολη. Αλλά η ψυχή θέλει ακόμα και σήμερα, μετά από τόσους αιώνες, πάλι τους δικούς της ρυθμούς. Όπως τότε που σε έπλασα, παιδί μου. Δεν έχει αλλάξει αυτό».

Θέλει υπομονή η καλλιέργεια της ψυχής. Πρέπει να περιμένεις τις υποσχέσεις του Θεού, ώστε να δεις να εκπληρώνονται. Έχει υποσχεθεί πολλά πράγματα ο Θεός. Και ό,τι υποσχέθηκε θα γίνει. Μας έχει πει ο Θεός, ας πούμε, ότι «Είστε ευτυχισμένοι άμα κλαίτε. Διότι θα γελάσετε. Όποιος κλάψει στη ζωή αυτή, θα γελάσει». Περίμενε. Να σου εξηγήσω. Δεν εννοούσε ο Χριστός τα δάκρυα που είχες χθες εσύ πάνω στα νεύρα σου. Το καταλαβαίνεις, πιστεύω. Διότι πολλοί κλαίμε κι από νεύρα, όταν φωνάζουμε και παρεξηγούμαστε. Δεν εννοούσε αυτά τα δάκρυα. Μα αν κλαις ταπεινά, αν κλαις επειδή είσαι αδικημένος. Έχεις κλάψει ποτέ αδικημένος; Όχι επειδή παρεξηγήθηκες και θίχτηκε ο εγωισμός σου και σ’ έπιασε το πείσμα σου επειδή δεν έγινε το δικό σου. Όχι. Να κλάψεις επειδή σε αδίκησαν κατάφωρα, αδικημένος για την αλήθεια. Έχεις κλάψει ποτέ συκοφαντημένος;

Ξέρω κάποιον που είχε κλάψει συκοφαντημένος: Ο άγιος Νεκτάριος. Πόσες φορές δε θα ‘χε κλάψει σ’ αυτό το δωματιάκι εκεί στην Αίγινα, όταν άκουγε να λένε τόσα σχόλια γι’ αυτόν. Δεν ήταν αναίσθητος. Δεν είχε πέτρα μες στο στήθος του. Καρδιά είχε. Και σίγουρα θα έκλαψε. Αδικημένος, συκοφαντημένος, και περίμενε, και περίμενε. Κι είδε το δίκιο του. Πότε. Όσο ζούσε, δυστυχώς, λίγο το είδε. Ο Κύριος τον δικαίωσε όμως πολύ, έστω μετά θάνατον. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας ζήτησε συγγνώμη για τις συκοφαντίες που είχαν ακουστεί για τον άγιο Νεκτάριο και για τον τρόπο που του φέρθηκε. Περίμενε ο άγιος τόσα χρόνια κι ο Θεός τον δικαίωσε. Όσο ζούσε βέβαια, οι άνθρωποι δεν του έδωσαν αυτό το γλυκό ποτήρι της δικαίωσης, αλλά τον πότισαν πίκρα. Εκτός απ’ τους ανθρώπους της Εκκλησίας, τις απλές ψυχές. Οι απλοί πιστοί πάντα τον αγαπούσαν. Αλλά ο άγιος Νεκτάριος έκανε υπομονή. Γι’ αυτό και πολλοί τον ονόμασαν, «Ο άγιος της υπομονής, της καρτερίας». Διότι περίμενε και δε διαμαρτυρόταν. Περίμενε κι εσύ και θα δεις ότι τα δάκρυά σου μια μέρα θα γίνουν διαμάντια που θα λάμπουν.

Είπε ο Κύριος «Όποιος μ’ ακολουθήσει, από τώρα θα νιώσει μέσα του τον Παράδεισο. Εγώ θα εμφανίσω τον εαυτό μου μέσα του και θα ‘ρθει όλη η αγία Τριάδα και θα μπει στην καρδιά του. Όποιος μ’ αγαπά, ήδη απ’ αυτόν τον κόσμο». Και λες εσύ, «Πού είναι αυτό. Εγώ δε νιώθω το Θεό». Κάνεις, όμως, υπομονή; Αγωνίζεσαι υπομονετικά; Πόσο. Θέλει πολύ. Μέρες; Μήνες. Μήνες; Χρόνια, δεκαετίες. Κάνε τόπο μέσα σου, ν’ αφήσεις στο Χριστό να μπει. Άσε ένα σημείο, άσε μια σταθερή θέση στο Χριστό και μην τον πας μια δω και μια εκεί μες στης καρδιάς σου το τοπίο.

Όταν κάποιος γίνεται μοναχός στο άγιο Όρος, ένα ωραίο δώρο που του κάνουν κάποιοι, είναι μια εικόνα της αγίας Υπομονής. Το ξέρεις; Και οι πιο πολλοί μοναχοί αγαπούν την αγία Υπομονή. Διότι η ζωή του μοναχού θέλει υπομονή. Η ζωή του όλη είναι μια τεράστια υπομονή. Ζωή αρκετά μονότονη: κάθε μέρα ακολουθία, κάθε μέρα ξύπνημα στο κελί, πρωινή ακολουθία, κανόνας, κομποσκοίνια, μετάνοιες. Είναι ωραία βέβαια, έχει και ποικιλία, αλλά έχει και μονοτονία σε μερικά πράγματα. Και τι θέλει; Πολλή υπομονή. Το λέει και στην ακολουθία του μοναχικού σχήματος, «Κτήσουν ὑπομονήν». Έχεις ανάγκη να αποκτήσεις τεράστια υπομονή.

Είπε ο Χριστός μας ότι «όποιος, σαν τα πουλάκια και σαν τα κοράκια του ουρανού, σαν τα παιδάκια και σαν τα λουλουδάκια εμπιστευτεί τον Κύριο, θα δει την προστασία και την στοργή του. Θα του δώσω απ’ όλα: και τροφή και νερό κι ομορφιά και στολίδια, και θα βρει όλου του κόσμου τα καλά. Θα του τα δώσω εγώ». Εσύ όμως δεν κάνεις υπομονή να δεις αυτά τα θαύματα, παρά τι κάνεις; Αγχώνεσαι διαρκώς. Και λέει ο Κύριος «Για να δεις αυτό που υποσχέθηκα, ξεντύσου από πάνω σου τα ρούχα που φοράς και σου χαλούν το πρόσωπο. Εγώ θέλω να σε ομορφύνω, αλλά πώς να σε ομορφύνω όταν εσύ πας και βάσεις στο πρόσωπό σου τα δικά σου στολίδια τα ψεύτικα, τα ανθρώπινα; Βγάλε από πάνω σου το άγχος, για να σου δώσω εγώ ένα όμορφο πρόσωπο ειρηνικό, γαλήνιο, ήρεμο. Βγάλε από πάνω σου την αγωνία, την ανασφάλεια και τον πανικό, που σε κάνουν να ‘σαι άσχημος και κάνουν το πρόσωπό σου να γερνάει, κι έλα να ντυθείς, έλα να φορέσεις τα δικά μου ρούχα». Την ειρήνη του Χριστού, την πίστη στη δύναμή του, την ελπίδα στα λόγια του. Και μετά ξέρεις τι να κάνεις; Ξάπλωσε ήρεμος, κι υπομονετικά περίμενε τη χάρη του Χριστού που θα ‘ρθει να σ’ αλλάξει.

Γίνε όπως σε θέλει ο Θεός και μετά ξάπλωσε και κοιμήσου και περίμενε. Εμπιστεύσου το Θεό και άστα όλα στο Θεό. Και κάνοντας υπομονή, θα βλέπεις κάθε μέρα να κάνει κάτι ο Θεός στη ζωή σου. Κάθε μέρα που ξυπνάς θα διαπιστώνεις ότι είσαι πιο κοντά στην ευτυχία. Αν όλα αυτά τα δεις λογικά, θα πεις ότι αυτά που λέει ο Θεός δε θα σε κάνουν ευτυχισμένο. Ίσα ίσα σ’ αφήνουν μετέωρο, να κρέμεσαι στο κενό. Κι όμως. Αυτό που νομίζεις ότι είναι κρέμασμα στο κενό, είναι η πιο σίγουρη κίνηση ευτυχίας. Να ‘σαι σίγουρος ότι αυτό που νομίζεις για κενό θα φέρει ακριβώς το γέμισμα της καρδιά σου, και θα δεις πώς θ’ αλλάξει η ζωή σου. «Μην κάνεις τίποτα» λέει ο Χριστός, «για να εκδικηθείς τον εχθρό σου. Άσε, θα τον αναλάβω εγώ. Θα κάνω εγώ ό,τι πρέπει. Εσύ κάνε μόνο ένα πράγμα. Τι. Αγάπα τον εχθρό σου. Κι όταν τον αγαπάς είναι σα να βάζεις πάνω στο κεφάλι του κάρβουνα αναμμένα». «Μα» θα πεις «εγώ θέλω να δω την εκδίκηση. Θέλω να δω ότι επεμβαίνεις, Κύριε. Να δω μια τάξη, μια δικαιοσύνη στη ζωή μου». Και λέει ο Κύριος «Ναι, θα το κάνω. Θα σε δικαιώσω. Άσε τα πράγματα, όμως. Κι όταν έρθει η ώρα, θα βοηθήσω. Θέλω να βοηθήσω όμως κι αυτή την ψυχή να καταλάβει το λάθος της. Εσύ όμως κάνε υπομονή. Άσ’ τα πράγματα να τα δικαιώσω εγώ και όχι εσύ».

Λέει ο Κύριος να παρακαλάμε, «Tὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον» «Κύριε, μόνο για σήμερα; Και αύριο; Τι θα γίνει αύριο.» Άστο το αύριο. Σήμερα δε ζούμε; Κάνε υπομονή και θα δεις ότι κι αύριο θα νιώσεις τη δύναμη του Χριστού, θα δεις πάλι την προστασία του. Χωρίς να σκέφτεσαι εσύ τι θα γίνει μεθαύριο, τι θα γίνει του χρόνου, τι θα γίνει όταν πας εξήντα και εβδομήντα χρονών. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους. Θέλει υπομονή η ζωή. Η λογική σου λέει «Κάνε τώρα τα πάντα. Βιάσου, κινήσου, τρέξε, πήγαινε σε ασφαλιστικές εταιρείες, κάνε επενδύσεις τώρα, χάνεις τον έλεγχο της ζωής». Κι ο Κύριος λέει, «Όχι. Μην πανικοβάλλεσαι. Περίμενε. Μάθε να περιμένεις».

Το ‘χεις μάθει εσύ αυτό το μάθημα της υπομονής στη ζωή σου; Σκέψου. Πότε πήγες είκοσι χρονών, από δεκαοχτώ, πότε έφτασες σαράντα, πότε έφτασες εξήντα χρονών, κι εσύ είσαι τώρα ογδόντα πέντε κι ενενήντα. Πώς πέρασαν τα χρόνια. Κι έλεγες τότε που ήσουν νέος «Άντε να μεγαλώσω. Πότε θα μεγαλώσω, πώς θα κυλήσει η ζωή». Και είδες πώς κυλάει η ζωή; Γρήγορα κυλάει. Τι θέλει όμως; Να περιμένουμε. Θέλει να δεχόμαστε την κάθε μέρα με ηρεμία όπως τη δίνει ο Κύριος. Και το κάθε πράγμα θα ‘ρθει στον καιρό του. Αρκεί εσύ να κάνεις αυτή την υπομονή. Και να περιμένεις τη Βασιλεία του Θεού να ‘ρθει. Να περιμένεις να σου φέρει ο Θεός τα πράγματα όπως τα θέλει αυτός.

Είναι μερικοί που κουράζονται στη ζωή τους. Με τα βάσανα της ζωής κι επειδή δεν μπορούν να περιμένουν άλλο, φτάνουν και λένε «Καλύτερα να πεθάνω». Μου το λένε μερικοί και στην εξομολόγηση, «Πάτερ, το έχω πει μερικές φορές «Ας πεθάνω, Θεέ μου, βαρέθηκα τη ζωή μου, θέλω να απαλλαγώ, θέλω να ηρεμήσω»». Αλλά αυτός ο θάνατος που περιμένεις δεν είναι καλός θάνατος. Και οι άγιοι ήθελαν να πεθάνουν αλλά δεν έβλεπαν το τέλος ως τέλος απαλλαγής, αλλά τέλος απόλαυσης. Ήθελαν να πεθάνουν όχι από μίσος για τη ζωή, αλλά από πόθο για την όντως ζωή, για να ‘ναι κοντά στο Χριστό. Όχι ως απαλλαγή από ένα μαρτύριο, αλλά για να ζήσουν ένα μυστήριο. Το μυστήριο του Θεού, πληρέστερα. Όχι για να απαλλαγούν από κάτι, μα για να αλλαχτούν από κάτι και από Κάποιον. Από το Θεό. Για ν’ αλλοιωθούν απ’ τη Βασιλεία του Θεού. Ήθελαν και οι άγιοι να φύγουν απ’ τον κόσμο αυτό, και ήταν ανυπόμονοι. Μα επειδή αγαπούσαν πολύ το Θεό. Κι έλεγαν «Αχ, Κύριε, πάρε με κοντά σου». Το ‘λεγε ο απόστολος Παύλος, «Επιθυμώ άναλύσαι καί συν Χριστώ είναι». «Θέλω να πεθάνω. Δεν κρατιέμαι άλλο στη ζωή. Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω απ’ αυτό τον κόσμο. Δεν έχω υπομονή». Αλλά δεν το έλεγαν όπως το λέμε εμείς. Εμείς το λέμε κουρασμένοι και βαριεστημένοι, επειδή δε χαιρόμαστε τα δώρα του Θεού και βαριόμαστε τη ζωή μας.

Όχι, αδερφέ μου. Στη ζωή αυτή θα κουραστούμε. Θα περάσουμε πολλά. Πιο πολλές, όντως, θα είναι οι λύπες στη ζωή. Πιο πολλά θα ‘ναι τα δάκρυα κι οι στεναγμοί. Πολλά τα έξοδα, οι αρρώστιες, οι αγωνίες, παρά τα χαμόγελα και η ευτυχία. Το ξέρω. Το λες κι εσύ, και το ζούμε όλοι. Αξίζει όμως να κάνεις τον αγώνα αυτό. Όλα αυτά που τώρα περνάς με υπομονή, σού ετοιμάζουν τον Παράδεισο. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι ημίν». Θα δεις. Αυτά που τώρα περνάμε, με την υπομονή που κάνουμε, είναι ένα τίποτα μπροστά σ’ αυτό που μας περιμένει. Μας περιμένει ένας πανέμορφος κόσμος ευτυχίας και αγαλλίασης κοντά στο Θεό. Όσοι άγιοι είδαν τον Παράδεισο είπαν «Πω, πω, Θεέ μου, αν το ‘ξερα τι ευτυχία με περιμένει εδώ πέρα, δε θα διαμαρτυρόμουν ποτέ στη ζωή. Και θα ‘κανα συνέχεια υπομονή και θα περίμενα, μόνο και μόνο για να ζήσω αυτό το υπέροχο που τώρα ζω». Γι’ αυτό, κάνε υπομονή. Για ν’ απολαύσεις τη Βασιλεία του Θεού, τη γεμάτη ευτυχία.

Μια άλλη φορά θα πούμε γιατί αξίζει να κάνουμε υπομονή, γιατί πρέπει να κάνουμε υπομονή και κάποιες αφορμές και κάποιες σκέψεις που θα κάνουν αυτή την υπομονή πιο δυνατή μες στην καρδιά μας. Γιατί πολλές φορές έρχεσαι και λες κλαίγοντας, «Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ άλλο. Δεν μπορώ τον άντρα μου που μεθά. Δεν τη μπορώ τη γυναίκα μου που δε μ’ αφήνει σε ησυχία και συνέχεια φωνάζει. Δεν το μπορώ το παιδί μου που δε μ’ ακούει. Δεν μπορώ τον καθηγητή μου που μ’ έχει βάλει στο μάτι. Δεν μπορώ το ένα, δεν μπορώ το άλλο. Δεν αντέχω, δεν έχω υπομονή στη ζωή μου. Κουράστηκε το νευρικό μου σύστημα. Έχω αρρωστήσει». Κι όμως. Μπορούμε λίγο ακόμα να κάνουμε υπομονή. Και όταν δει ο Κύριος ότι είμαστε στα όριά μας κι ότι φτάνουμε στο παρά πέντε, κάτι θα γίνει και θα βρεθεί μια λύση.

Σήμερα πάντως είχατε πολλή υπομονή. Σας κούρασα λίγο με όλ’ αυτά, αλλά είναι τέτοιο το θέμα της υπομονής που θέλει όντως υπομονή και για να τη ζεις, αλλά και να μιλάς γι’ αυτή, και ν’ ακούς γι’ αυτή.[…]

Καλή δύναμη αδελφέ μου, με πολλή υπομονή έως την άλλη εκπομπή που θα συναντηθούμε πάλι, να πούμε κάτι που θα μας φωτίσει πάλι ο Χριστός μας.

Ο Θεός μαζί μας. Χαίρετε.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αγάπη για πάντα»

του π. Ανδρέα Κονάνου,      xfd.gr